Κακό της πολιτείας ο κλέφτης άρχοντας
Φέτος, παράδοξα, στη μέση του καλοκαιριού
τα παιδιά της πολιτείας
αλλάξαν λόγια στα κάλαντά τους:
Λένε για κλέφτες άρχοντες,
για προδότες αρχηγούς,
για μαύρα λουλούδια,
για σκοτεινούς καιρούς.
«Μας κλέψαν την ελπίδα,
μας κλέψαν τη χαρά!»
Υψώσατε τάχιστα το μνημείο της καταισχύνης,
αν σας ενδιαφέρουν αυτά τα παιδιά.
Από τη συλλογή Ληξίαρχος (1966) του Θανάση Φωτιάδη
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Θανάσης Φωτιάδης
Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011
Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011
Γιάννης Καρατζόγλου, Ελληνική ιστορία
Βάσω Αλαγιάννη & Μανώλης Ρασούλης, Αχ Ελλάδα
(τραγούδι: Νίκος Παπάζογλου / δίσκος: Αλκυονίδες μέρες (2005))
[Από την ενότητα Σε κατάσταση πολιορκίας]
Ελληνική ιστορία
Ελιά, ελιά, κόντρα στον κερασφόρο.
Οίκαδε. Πρόσφυγγες...
Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα;
Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια.
Ζήτω το ΕΑΜ, ζήτω το ΕΛΑΣ.
Πας μη Εαμίτης, Γκεσταπίτης.
Ανασυγκρότησις... Κύπρος - Ένωσις...
Έναν λοχία... Έναν λοχία επιτέλους...
Ελλάς των Ελλήνων Χριστιανών...
ΝΑΤΟ - ΣΙΑ - Προδοσία
Αλλαγή, αλλαγή, λαϊκή συμμετοχή.
Νέα τζάκια.
Η Μακεδονία είναι ελληνική...
Εκσυγχρονισμός. Επανίδρυση.
Ελλάδα της Τασκένδης, Ελλάδα της Πλατείας Σκεντέρμπεη
Ελλάδα των Εξαρχείων και των Σαράντα Εκκλησιών
της ξενιτιάς, του Ντίσελντορφ και του Ντιτρόιτ
με κώδικες μικροαστικούς πορεύεται στο επέκεινα
ντυμένη για αιώνες εμπράγματα όνειρα...
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Γιάννης Καρατζόγλου
Δημοσιεύτηκε από:
Βίκυ Παπαπροδρόμου
ώρα:
10:56 μ.μ.
0
Σχόλια
Σύνδεσμοι προς την ανάρτηση αυτή
Ετικέτες:
Έλληνες ποιητές,
Έλληνες στιχουργοί,
Έλληνες συνθέτες,
Αλαγιάννη Βάσω,
Ελληνικό τραγούδι,
Θεσσαλονίκη,
Καρατζόγλου Γιάννης,
Λαϊκό τραγούδι,
Μακεδονία,
Μουσική,
Παπάζογλου Νίκος,
Ποίηση,
Ρασούλης Μανώλης
Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011
Μανόλης Ξεξάκης, Όνειρο δωδέκατο: Αγγελιοφόρος θερμότητας
Χάρις Αλεξίου, Χειμώνας (δίσκος: Το παιχνίδι της αγάπης (1998))
[Από την ενότητα Όνειρα]
Όνειρο δωδέκατο: Αγγελιοφόρος θερμότητας
Ονειρεύομαι και βλέπω ένα χειμώνα με κρύο
που εισχωρεί από τις σύγχρονες καθρεπτοτζαμαρίες
μαζί με παγοκρύσταλλα στα κτίρια της πόλης.
Δεν έχουμε ψυγεία για ποτά και τρόφιμα.
Κάθε δωμάτιο, θάλαμος ψυκτικός. Ο κόσμος
τρέφεται με κρύα φαγητά και ζει σε παγωμένα σπίτια.
Ένα σαλόνι δίπλα μας είναι φωλιά των πάγων.
Αλλού, εκεί που κατοικούν τυριά, θάλαμος της γραβιέρας.
Τα μπρι, οι παρμεζάνες και τα καμαμπέρ είναι αναποφάσιστα.
Ψάχνουν αριστοκρατικά προάστια αχιόνιστα να εγκατασταθούν...
Διαλαλώ, μας απειλούν νυχθημερόν πολλών αιώνων κρύα.
Σκοτάδια ασύλληπτα αγριεμένων ημερών, νύχτες αραβικές, αιμάτινες
έρχονται για την παγωμένη ευρωπαϊκή οντότητα, τώρα που ζει
με τις επιλογές του λογχοφόρου γίγαντα της υφηλίου.
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Μανόλης Ξεξάκης, ποιήματα 1972-2006 (2008)
Δημοσιεύτηκε από:
Βίκυ Παπαπροδρόμου
ώρα:
8:14 μ.μ.
0
Σχόλια
Σύνδεσμοι προς την ανάρτηση αυτή
Ετικέτες:
Έλληνες ποιητές,
Έλληνες στιχουργοί,
Έλληνες συνθέτες,
Αλεξίου Χάρις,
Ελληνικό τραγούδι,
Θεσσαλονίκη,
Κρήτη,
Μακεδονία,
Μουσική,
Ξεξάκης Μανόλης,
Ποίηση
Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011
Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Βρέχει
Γιάννης Μαρκόπουλος & Μάνος Ελευθερίου, Ένας άπονος αέρας
(μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Χρήστος Νικολόπουλος,
τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Σεργιάνι στον κόσμο (1979))
(μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Χρήστος Νικολόπουλος,
τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Σεργιάνι στον κόσμο (1979))
Βρέχει
Στη λευκή σελίδα μου
βρέχει σταγόνες
από ξενιτεμένες ημέρες.
Στο τσόφλι τους θεριέψανε
μυριόκλωνες αναζητήσεις
με ηδύχροα σκιρτήματα.
Δραπέτες ξάγρυπνοι,
ζήσανε το ελάχιστο
για να γευτούν το παν
κι απτόητοι πορεύτηκαν
σε ιερά της ζωής μονοπάτια.
Αναπότρεπτα σε σένα οδηγούν.
Κυριακή 2 Σεπτέμβρη 2007
ώρα 4 το απόγευμα
ώρα 4 το απόγευμα
Από τη συλλογή Αποικία κοχυλιών (2008)
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου
Δημοσιεύτηκε από:
Βίκυ Παπαπροδρόμου
ώρα:
1:09 μ.μ.
0
Σχόλια
Σύνδεσμοι προς την ανάρτηση αυτή
Ετικέτες:
Έλληνες ποιητές,
Έλληνες στιχουργοί,
Έλληνες συνθέτες,
Αθήνα,
Ελευθερίου Μάνος,
Ελληνικό τραγούδι,
Θεσσαλονίκη,
Κρήτη,
Λαϊκό τραγούδι,
Μακεδονία,
Μαρκόπουλος Γιάννης,
Νικολόπουλος Χρήστος,
Νταλάρας Γιώργος,
Παπαδόπουλος Κώστας,
Ποίηση,
Σύρος,
Τόκα-Καραχάλιου Μελίτα
Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011
Σιδέρης Ντιούδης, Σκόνη
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Μιχάλης Μαρματάκης, Σκόνη
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Η αμαρτωλή Μαρία (1983))
Σκόνη
Η σκόνη καταλάγιασε
και ανάλαφρα σκέπασε τα πάντα.
Τόσο αθόρυβα
σχεδόν αόρατα
στο βασίλειο της εικόνας.
Άπειρα μικρά σωματίδια
σε περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
Μια βουτιά
ήρεμη και βαθιά,
σε πτυχές και επιφάνειες
σε κρεβάτια και όνειρα
σε υαλικά και προσδοκίες
σε έπιπλα και ανθρώπους.
Από τη συλλογή Η βραδυπορία της στιγμής (2011) του Σιδέρη Ντιούδη
Δημοσιεύτηκε από:
Βίκυ Παπαπροδρόμου
ώρα:
1:33 μ.μ.
0
Σχόλια
Σύνδεσμοι προς την ανάρτηση αυτή
Ετικέτες:
Έλληνες ποιητές,
Έλληνες στιχουργοί,
Έλληνες συνθέτες,
Αθήνα,
Γιαννιτσά,
Ελληνικό τραγούδι,
Μαρματάκης Μιχάλης,
Μαχαιρίτσας Λαυρέντης,
Μουσική,
Νταλάρας Γιώργος,
Ντιούδης Σιδέρης,
Ποίηση
Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011
Αναστασία Γκίτση, Σύντομη προσευχή
Χάρις Αλεξίου, Προσευχή
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Οδός Νεφέλης 88 (1995))
Σύντομη προσευχή
Κι ευτυχώς η ποίηση
σε λίγους μόνο στίχους διασώζει
ολάκερη την θεϊκή ευσπλαχνία...
Στάλαξε λίγη νυχτιά
στην παλάμη μου
να ελευθερώνω
κάθε που θέλω να κλάψω...
Μη με δουν και
με χρεώσουν μ' αδυναμία!
Besançon / Μάρτιος 2007
Από τη συλλογή Κορίτσι των σκοτεινών δασών (2010) της Αναστασίας Γκίτση
Δημοσιεύτηκε από:
Βίκυ Παπαπροδρόμου
ώρα:
5:16 μ.μ.
4
Σχόλια
Σύνδεσμοι προς την ανάρτηση αυτή
Ετικέτες:
Έλληνες ποιητές,
Έλληνες στιχουργοί,
Έλληνες συνθέτες,
Αλεξίου Χάρις,
Γκίτση Αναστασία,
Ελληνικό τραγούδι,
Θήβα,
Θεσσαλονίκη,
Λαϊκό τραγούδι,
Μακεδονία,
Μουσική,
Ποίηση
Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011
Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Ο γύρος του κόσμου
Δημήτρης Λάγιος, Να ονειρεύομαι
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ερωτική πρόβα (1991))
[Εικονοποίηση: Τζούλια Φορτούνη]
[Α' Μέρος: Ο δραπέτης στο δέντρο (1965-1972)]
Ο γύρος του κόσμου
Να ταξιδεύω με το κορμί σου
σ' ένα τοπίο υπερφωτισμένο
μέσα σε ηδονές
που κυλούν
σαν παχύρρευστα μέταλλα:
αργά
και βαριά
κι αθεράπευτα.
Από τη συλλογή Ο δραπέτης στο δέντρο (1972) της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη
Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων Στις κρύπτες του χρόνου (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1997) της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη
Δημοσιεύτηκε από:
Βίκυ Παπαπροδρόμου
ώρα:
1:02 μ.μ.
2
Σχόλια
Σύνδεσμοι προς την ανάρτηση αυτή
Ετικέτες:
Έλληνες ποιητές,
Έλληνες στιχουργοί,
Έλληνες συνθέτες,
Αθήνα,
Ελληνικό τραγούδι,
Ζάκυνθος,
Θεσσαλονίκη,
Λάγιος Δημήτρης,
Μεγάλου-Σεφεριάδη Λία,
Μουσική,
Νταλάρας Γιώργος,
Ποίηση
Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011
Κατερίνα Καριζώνη, Υποχώρηση
Heinz Meier & Johnny Mercer, Summer wind (τραγούδι: Frank Sinatra (1966))
Υποχώρηση
Μόνη μου ιδεολογία
είναι αυτό το καλοκαίρι
που στήνει οδοφράγματα αναμονής
σημεία αναμέτρησης
ελλοχεύει σε γωνίες αγάπης.
Μόνη μου προπαγάνδα
είναι αυτή η εγκαρτέρηση
τα όσα ως τώρα είπαμε και δεν είπαμε
τα όσα ονειρευτήκαμε από παλιά
και μας βαραίνουν.
Είναι ο θάνατος
που δίνει νόημα σ' αυτό το καλοκαίρι
τα άγονα μάτια σου
που αυτομολούν στην αναζήτηση
τα αυγουστιάτικα φαντάσματα
που σ' οδηγούν κοντά μου
και μακριά μου
κι αυτή η υποχώρηση
που δεν μπορεί πια να μας διδάξει.
Από τη συλλογή Αναπάντεχο καλοκαίρι (1978) της Κατερίνας Καριζώνη
Πηγή: ανθολόγιο Ρεσάλτο (2009) της Κατερίνας Καριζώνη
Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα - Κατερίνα Καριζώνη
Δημοσιεύτηκε από:
Βίκυ Παπαπροδρόμου
ώρα:
3:38 μ.μ.
0
Σχόλια
Σύνδεσμοι προς την ανάρτηση αυτή
Ετικέτες:
Meier Heinz,
Mercer Johnny,
Sinatra Frank,
Έλληνες ποιητές,
Θεσσαλονίκη,
Καριζώνη Κατερίνα,
Μάνη,
Μακεδονία,
Μουσική,
Ξένα τραγούδια,
Ξένοι στιχουργοί,
Ξένοι συνθέτες,
Ποίηση
Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011
Ο ύπνος σε τύλιξε, Λεωνίδα Κύρκο...
Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Ο ύπνος σε τύλιξε (από το έργο Επιφάνια Αβέρωφ)
[1997: Η Αφροδίτη Μάνου και ο Λουκιανός Κηλαηδόνης τραγουδούν Μίκη Θεοδωράκη στις «Γραμμές». Μια βραδιά μαζί τους τραγουδάει ο Μίκης και ο Λεωνίδας Κύρκος ακούει, καπνίζει και δακρύζει.]
Translatum: Λεωνίδας Κύρκος [Leonidas Kyrkos] (1924-2011)
Δημοσιεύτηκε από:
Βίκυ Παπαπροδρόμου
ώρα:
11:23 π.μ.
2
Σχόλια
Σύνδεσμοι προς την ανάρτηση αυτή
Ετικέτες:
Έλληνες ποιητές,
Έλληνες συνθέτες,
Αθήνα,
Ελληνικό τραγούδι,
Ηράκλειο Κρήτης,
Θεοδωράκης Μίκης,
Κηλαηδόνης Λουκιανός,
Κρήτη,
Κύρκος Λεωνίδας,
Μάνου Αφροδίτη,
Μουσική,
Ποίηση,
Σεφέρης Γιώργος,
Σμύρνη,
Χίος
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011
Αναζητώντας τον Νίκο Θέμελη
[...]
Η Μανησά ήταν ένα απ' τα σημαντικότερα εμπορικά σταυροδρόμια, στο κέντρο της δυτικής ακτής, απ' όπου πέρναγε ήδη η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή που είχε ξεκινήσει από τη Σμύρνη. Στο σταυροδρόμι αυτό συναντούσες καραβάνια από κάθε κατεύθυνση και για κάθε προορισμό. Από τη μια Αϊβαλί, Σμύρνη, Αϊδίνι, Μούγγλα. Από την άλλη ένας δρόμος για Ακ Χισάρ και Κιρκαγκάτς, που έφτανε στην Πόλη και τέλος ένας τρίτος για Κασσαμπά, Αλά Σεχίρ, Ικόνιο μέχρι βαθιά στην Καισάρεια. Δεν υπήρχε μέρα που να μην περνούσαν δυο και τρία καραβάνια και δεν υπήρχε νύχτα που να μη διανυκτέρευε τουλάχιστον ένα. Ερχόντουσαν φορές που απ' τις πολλές καμήλες δεν αναγνώριζες το πρόσωπο της πόλης. Ταχυδρομικές άμαξες, καρότσες, αραμπάδες και ταλίκες συμπλήρωναν το πήγαινε έλα των καραβανιών που πέρναγαν μέσα από την πόλη.
Σ' όλο το βιλαέτι της Σμύρνης το μαλακό κλίμα και τα γόνιμα εδάφη, που ποτίζονταν απ' τα νερά του Έρμου και του Μαίανδρου, επέτρεπαν σε ατέλειωτες εκτάσεις την καλλιέργεια των αμπελιών, της ελιάς, των καπνών και της συκιάς. Από κοντά ερχόταν το κριθάρι, το σουσάμι και το βαμβάκι, που στέριωσε γύρω από τη Σμύρνη τις πιο δυναμικές υφαντουργίες και κλωστήρια. Όσπρια, καλαμπόκι, μετάξι και παπαρούνα πιάναν τις υπόλοιπες εκτάσεις στο βιλαέτι. Στην περιοχή της Μανησάς βγαίναν όλα τα αγαθά, κάπως λιγότερο η ελιά. Πρώτη και καλύτερη η σταφίδα η σουλτανιά κι αμέσως μετά τα δημητριακά και το σουσάμι. Ακόμα τροφοδοτούσαμε την αγορά της Σμύρνης μ' αχλάδια, δαμάσκηνα, ρόδια, κάστανα, κυδώνια και φυσικά σύκα. Όπως έλεγε ο Αντών-εφέντης: «Τίποτα δε μας λείπει από τον αραμπά κι όλα μας περισσεύουν». Κι όμως σε μια στροφή έφυγε η ρόδα του αραμπά και τον πήρε από κάτω.
[...]
Από το βιβλίο Η αναζήτηση (1998) του Νίκου Θέμελη
Πάντα κάτι δυνατό μ' έδενε με τη Μικρασία - από μια σταλιά παιδάκι. Δεν ετίθετο θέμα καταγωγής. Αμιγώς Θεσσαλονικιοί ήταν οι δικοί μου. Όμως, βαθιά με συγκινούσε ό,τι είχε να κάνει με τις χαμένες πατρίδες της κείθε μεριάς του Αιγαίου. Κι ας μην ήξερα τι ακριβώς.
Αρχές καλοκαιριού του 1999 ταξιδεύω για πρώτη φορά προς Μυτιλήνη να δω έναν φίλο που μένει πια εκεί. Στο τριήμερο που μένω στο νησί ο τόπος μου φαίνεται ευλογημένος και μαγικός. Στη θέα των μικρασιατικών παραλίων απέναντί μου βουρκώνω και θέλω να μείνω εκεί. Κάνα μήνα μετά την επιστροφή μου στη Θεσσαλονίκη διαβάζω την «Αναζήτηση» του Νίκου Θέμελη μέσα σε 3 μέρες. Μέχρι να φτάσω στο απόσπασμα που ήδη παρέθεσα κοντοστάθηκα κάμποσες φορές, έκπληκτη και αμήχανη. Κάτι περίεργο συμβαίνει με τούτο το βιβλίο, σκεφτόμουν. Δεν υπάρχει πόλη και χωριό και γειτονιά που ν' αναφέρει ο Θέμελης και να μην το ξέρω. Αναρωτιέμαι διαρκώς τι συμβαίνει και μια βδομάδα αργότερα βρίσκω την άκρη.
Ο παππούς μου από τη μάνα μου, ένα φτωχό παιδί παϊζάνων (ντόπιων χωρικών) από το Ασβεστοχώρι της Θεσσαλονίκης, είχε φύγει στα 12 του για τη Μικρασία να βρει την τύχη του γύρω στο 1900. Αφού περιπλανήθηκε στην Ιωνία και έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει, τελικά έπιασε δουλειά στους σιδηροδρόμους, προόδεψε, έγινε μηχανοδηγός και ζούσε χρόνια στη Μαγνησία του Μαιάνδρου, τη Μανησά στο βιβλίο του Νίκου Θέμελη. Στην Ελλάδα γύρισε σταθμάρχης πια γύρω στο 1921, λίγο προτού ξεσπάσει η συμφορά. 40 χρόνια αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, στον συνοικισμό των σιδηροδρομικών (στην ίδια γειτονιά για την οποία έγραψε η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου το ομότιτλο βιβλίο της το 1998), η μεγάλη του κόρη φέρνει στον κόσμο ένα κοριτσάκι, εμένα. Ο παππούς που ζει μόνος του σ' ένα καμαράκι στην αυλή του σπιτιού πίσω απ' τον σταθμό καθημερινά συναντιέται τα βράδια με τους παλιούς του συναδέλφους και λένε κουτσοπίνοντας με τις ώρες ιστορίες για τη ζωή τους στη Μικρασία. Συχνά κρατάει εκεί στην αγκαλιά του το κοριτσάκι που ως τα τρία του χρόνια έχει ακούσει τα πάντα για την Ιωνία, τις πόλεις της, τους μαχαλάδες της, τους ανθρώπους της, τη ζωή εκεί και το άδοξο και οικτρό της τέλος. Μετά ο παππούς πεθαίνει κι εμείς μετακομίζουμε στο Φάληρο κι όλες οι ιστορίες του και η μορφή του που αχνά και σπάνια θυμάμαι έχουν περάσει στο υποσυνείδητό μου που το ξυπνά ο Νίκος Θέμελης. Και σκέφτομαι: «Να δεις που με τον Θέμελη είχαμε τον ίδιο παππού».
Το 2000 στο πλαίσιο της δικής μου αναζήτησης, φεύγω για να δουλέψω στη Μυτιλήνη. Εγκαταλείπω τη δουλειά σε μια μεγάλη πολυεθνική, πάω σε μια μικρή συγγενή εταιρεία στο νησί, κοντολογίς για τους πολλούς ανατρέπω την ήσυχη και ασφαλή ζωή μου, την ίδια χρονιά που ο Θέμελης εκδίδει τη δική του «Ανατροπή». Γυρίζω πίσω στην πατρίδα το 2003 για να είμαι κοντά στη μάνα μου τα τελευταία της χρόνια και τότε ο Θέμελης εκδίδει την «Αναλαμπή» του. Συμπτώσεις, ε; Συμπτώσεις που συνεχίζονται και στα επόμενα βιβλία του.
Τον αγάπησα πολύ τον Νίκο Θέμελη. Χωρίς πώς και γιατί. Χωρίς να ψάξω και να σκεφτώ αν ήταν καλός συγγραφέας (που ήταν), αν άξιζαν τον κόπο όλα του τα γραπτά, τι άλλο έκανε στη ζωή του, τι σπούδασε, πού έζησε, αν ήταν καλός άνθρωπος ή όχι. Απλώς τον αγάπησα πολύ. Γιατί τον έβλεπα σαν μεγαλύτερο αδελφό μου που είχε το ταλέντο να γράφει ωραία, πολύ καλύτερα από μένα, για όλα όσα νιώσαμε και ζήσαμε στην οικογένεια παρέα με τον παππού. Γιατί τον καμάρωνα που μπορούσε να μεταφέρει στο χαρτί και τις δικές μου σκέψεις. Γιατί με κάθε του βιβλίο έβγαζε στη φόρα τ' άπλυτα και τα πλυμένα της οικογένειας κλείνοντάς μου συνωμοτικά το μάτι σαν να κάναμε μαζί τη σκανταλιά της δημοσίευσης.
Βλάσφημη χρονιά το 2011. Δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο. Ούτε έλεος. Πήρε τόσους και τόσους συγγραφείς που αγάπησα, καλλιτέχνες που αγάπησα. Ανθρώπους που τους χρωστώ ένα κομμάτι του εαυτού μου, όπως όλοι μας. Κι ενώ η Ελλάδα βολοδέρνει ολημερίς εδώ και μήνες αναζητώντας τα χαμένα της σέντσια, κάθε τρεις και λίγο χάνουμε τόσες ψυχές, τόσους σκεπτόμενους ανθρώπους. Κανείς, ωστόσο, δεν δείχνει πια να δίνει σημασία στις ψυχές και στα σημαντικά μυαλά αυτού του τόπου. Άλλωστε, και επισήμως (βάσει απογραφής) είμαστε λιγότεροι απ' ό,τι 10 χρόνια νωρίτερα και το επιβεβαιώνουμε καθημερινά χωρίς ν' αναζητάμε ή έστω ν' αποζητάμε όσους χάνουμε. Κακό της κεφαλής μας, λέω εγώ. Και μεγάλο κρίμα!
Κουράστηκα ν' ακούω και να διαβάζω επικήδειους φέτος. Δεν θέλω να ξαναπώ σε κανέναν «καλό ταξίδι». Δεν το αντέχω και δεν έχει νόημα. Είναι άδικο όλο αυτό το φευγιό. Και για κείνους που μας αφήνουν και για μας που μένουμε. Είναι μεγάλη η θλίψη μου που χάσαμε -που έχασα- τον Νίκο Θέμελη. Πήρε το τρένο για τη Μανησά χωρίς εμένα. Σαν κατέβηκε, πήρε τον αραμπά. Μα, σε μια στροφή έφυγε η ρόδα του αραμπά και τον πήρε από κάτω. Έτσι, από χτες δεν έχω πια με ποιον να μοιράζομαι τον ίδιο παππού...
Σταύρος Ξαρχάκος & Βαγγέλης Γκούφας, Τα τρένα που φύγαν
Η Μανησά ήταν ένα απ' τα σημαντικότερα εμπορικά σταυροδρόμια, στο κέντρο της δυτικής ακτής, απ' όπου πέρναγε ήδη η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή που είχε ξεκινήσει από τη Σμύρνη. Στο σταυροδρόμι αυτό συναντούσες καραβάνια από κάθε κατεύθυνση και για κάθε προορισμό. Από τη μια Αϊβαλί, Σμύρνη, Αϊδίνι, Μούγγλα. Από την άλλη ένας δρόμος για Ακ Χισάρ και Κιρκαγκάτς, που έφτανε στην Πόλη και τέλος ένας τρίτος για Κασσαμπά, Αλά Σεχίρ, Ικόνιο μέχρι βαθιά στην Καισάρεια. Δεν υπήρχε μέρα που να μην περνούσαν δυο και τρία καραβάνια και δεν υπήρχε νύχτα που να μη διανυκτέρευε τουλάχιστον ένα. Ερχόντουσαν φορές που απ' τις πολλές καμήλες δεν αναγνώριζες το πρόσωπο της πόλης. Ταχυδρομικές άμαξες, καρότσες, αραμπάδες και ταλίκες συμπλήρωναν το πήγαινε έλα των καραβανιών που πέρναγαν μέσα από την πόλη.
Σ' όλο το βιλαέτι της Σμύρνης το μαλακό κλίμα και τα γόνιμα εδάφη, που ποτίζονταν απ' τα νερά του Έρμου και του Μαίανδρου, επέτρεπαν σε ατέλειωτες εκτάσεις την καλλιέργεια των αμπελιών, της ελιάς, των καπνών και της συκιάς. Από κοντά ερχόταν το κριθάρι, το σουσάμι και το βαμβάκι, που στέριωσε γύρω από τη Σμύρνη τις πιο δυναμικές υφαντουργίες και κλωστήρια. Όσπρια, καλαμπόκι, μετάξι και παπαρούνα πιάναν τις υπόλοιπες εκτάσεις στο βιλαέτι. Στην περιοχή της Μανησάς βγαίναν όλα τα αγαθά, κάπως λιγότερο η ελιά. Πρώτη και καλύτερη η σταφίδα η σουλτανιά κι αμέσως μετά τα δημητριακά και το σουσάμι. Ακόμα τροφοδοτούσαμε την αγορά της Σμύρνης μ' αχλάδια, δαμάσκηνα, ρόδια, κάστανα, κυδώνια και φυσικά σύκα. Όπως έλεγε ο Αντών-εφέντης: «Τίποτα δε μας λείπει από τον αραμπά κι όλα μας περισσεύουν». Κι όμως σε μια στροφή έφυγε η ρόδα του αραμπά και τον πήρε από κάτω.
[...]
Από το βιβλίο Η αναζήτηση (1998) του Νίκου Θέμελη
Πάντα κάτι δυνατό μ' έδενε με τη Μικρασία - από μια σταλιά παιδάκι. Δεν ετίθετο θέμα καταγωγής. Αμιγώς Θεσσαλονικιοί ήταν οι δικοί μου. Όμως, βαθιά με συγκινούσε ό,τι είχε να κάνει με τις χαμένες πατρίδες της κείθε μεριάς του Αιγαίου. Κι ας μην ήξερα τι ακριβώς.
Αρχές καλοκαιριού του 1999 ταξιδεύω για πρώτη φορά προς Μυτιλήνη να δω έναν φίλο που μένει πια εκεί. Στο τριήμερο που μένω στο νησί ο τόπος μου φαίνεται ευλογημένος και μαγικός. Στη θέα των μικρασιατικών παραλίων απέναντί μου βουρκώνω και θέλω να μείνω εκεί. Κάνα μήνα μετά την επιστροφή μου στη Θεσσαλονίκη διαβάζω την «Αναζήτηση» του Νίκου Θέμελη μέσα σε 3 μέρες. Μέχρι να φτάσω στο απόσπασμα που ήδη παρέθεσα κοντοστάθηκα κάμποσες φορές, έκπληκτη και αμήχανη. Κάτι περίεργο συμβαίνει με τούτο το βιβλίο, σκεφτόμουν. Δεν υπάρχει πόλη και χωριό και γειτονιά που ν' αναφέρει ο Θέμελης και να μην το ξέρω. Αναρωτιέμαι διαρκώς τι συμβαίνει και μια βδομάδα αργότερα βρίσκω την άκρη.
Ο παππούς μου από τη μάνα μου, ένα φτωχό παιδί παϊζάνων (ντόπιων χωρικών) από το Ασβεστοχώρι της Θεσσαλονίκης, είχε φύγει στα 12 του για τη Μικρασία να βρει την τύχη του γύρω στο 1900. Αφού περιπλανήθηκε στην Ιωνία και έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει, τελικά έπιασε δουλειά στους σιδηροδρόμους, προόδεψε, έγινε μηχανοδηγός και ζούσε χρόνια στη Μαγνησία του Μαιάνδρου, τη Μανησά στο βιβλίο του Νίκου Θέμελη. Στην Ελλάδα γύρισε σταθμάρχης πια γύρω στο 1921, λίγο προτού ξεσπάσει η συμφορά. 40 χρόνια αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, στον συνοικισμό των σιδηροδρομικών (στην ίδια γειτονιά για την οποία έγραψε η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου το ομότιτλο βιβλίο της το 1998), η μεγάλη του κόρη φέρνει στον κόσμο ένα κοριτσάκι, εμένα. Ο παππούς που ζει μόνος του σ' ένα καμαράκι στην αυλή του σπιτιού πίσω απ' τον σταθμό καθημερινά συναντιέται τα βράδια με τους παλιούς του συναδέλφους και λένε κουτσοπίνοντας με τις ώρες ιστορίες για τη ζωή τους στη Μικρασία. Συχνά κρατάει εκεί στην αγκαλιά του το κοριτσάκι που ως τα τρία του χρόνια έχει ακούσει τα πάντα για την Ιωνία, τις πόλεις της, τους μαχαλάδες της, τους ανθρώπους της, τη ζωή εκεί και το άδοξο και οικτρό της τέλος. Μετά ο παππούς πεθαίνει κι εμείς μετακομίζουμε στο Φάληρο κι όλες οι ιστορίες του και η μορφή του που αχνά και σπάνια θυμάμαι έχουν περάσει στο υποσυνείδητό μου που το ξυπνά ο Νίκος Θέμελης. Και σκέφτομαι: «Να δεις που με τον Θέμελη είχαμε τον ίδιο παππού».
Το 2000 στο πλαίσιο της δικής μου αναζήτησης, φεύγω για να δουλέψω στη Μυτιλήνη. Εγκαταλείπω τη δουλειά σε μια μεγάλη πολυεθνική, πάω σε μια μικρή συγγενή εταιρεία στο νησί, κοντολογίς για τους πολλούς ανατρέπω την ήσυχη και ασφαλή ζωή μου, την ίδια χρονιά που ο Θέμελης εκδίδει τη δική του «Ανατροπή». Γυρίζω πίσω στην πατρίδα το 2003 για να είμαι κοντά στη μάνα μου τα τελευταία της χρόνια και τότε ο Θέμελης εκδίδει την «Αναλαμπή» του. Συμπτώσεις, ε; Συμπτώσεις που συνεχίζονται και στα επόμενα βιβλία του.
Τον αγάπησα πολύ τον Νίκο Θέμελη. Χωρίς πώς και γιατί. Χωρίς να ψάξω και να σκεφτώ αν ήταν καλός συγγραφέας (που ήταν), αν άξιζαν τον κόπο όλα του τα γραπτά, τι άλλο έκανε στη ζωή του, τι σπούδασε, πού έζησε, αν ήταν καλός άνθρωπος ή όχι. Απλώς τον αγάπησα πολύ. Γιατί τον έβλεπα σαν μεγαλύτερο αδελφό μου που είχε το ταλέντο να γράφει ωραία, πολύ καλύτερα από μένα, για όλα όσα νιώσαμε και ζήσαμε στην οικογένεια παρέα με τον παππού. Γιατί τον καμάρωνα που μπορούσε να μεταφέρει στο χαρτί και τις δικές μου σκέψεις. Γιατί με κάθε του βιβλίο έβγαζε στη φόρα τ' άπλυτα και τα πλυμένα της οικογένειας κλείνοντάς μου συνωμοτικά το μάτι σαν να κάναμε μαζί τη σκανταλιά της δημοσίευσης.
Βλάσφημη χρονιά το 2011. Δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο. Ούτε έλεος. Πήρε τόσους και τόσους συγγραφείς που αγάπησα, καλλιτέχνες που αγάπησα. Ανθρώπους που τους χρωστώ ένα κομμάτι του εαυτού μου, όπως όλοι μας. Κι ενώ η Ελλάδα βολοδέρνει ολημερίς εδώ και μήνες αναζητώντας τα χαμένα της σέντσια, κάθε τρεις και λίγο χάνουμε τόσες ψυχές, τόσους σκεπτόμενους ανθρώπους. Κανείς, ωστόσο, δεν δείχνει πια να δίνει σημασία στις ψυχές και στα σημαντικά μυαλά αυτού του τόπου. Άλλωστε, και επισήμως (βάσει απογραφής) είμαστε λιγότεροι απ' ό,τι 10 χρόνια νωρίτερα και το επιβεβαιώνουμε καθημερινά χωρίς ν' αναζητάμε ή έστω ν' αποζητάμε όσους χάνουμε. Κακό της κεφαλής μας, λέω εγώ. Και μεγάλο κρίμα!
Κουράστηκα ν' ακούω και να διαβάζω επικήδειους φέτος. Δεν θέλω να ξαναπώ σε κανέναν «καλό ταξίδι». Δεν το αντέχω και δεν έχει νόημα. Είναι άδικο όλο αυτό το φευγιό. Και για κείνους που μας αφήνουν και για μας που μένουμε. Είναι μεγάλη η θλίψη μου που χάσαμε -που έχασα- τον Νίκο Θέμελη. Πήρε το τρένο για τη Μανησά χωρίς εμένα. Σαν κατέβηκε, πήρε τον αραμπά. Μα, σε μια στροφή έφυγε η ρόδα του αραμπά και τον πήρε από κάτω. Έτσι, από χτες δεν έχω πια με ποιον να μοιράζομαι τον ίδιο παππού...
Σταύρος Ξαρχάκος & Βαγγέλης Γκούφας, Τα τρένα που φύγαν
Δημοσιεύτηκε από:
Βίκυ Παπαπροδρόμου
ώρα:
11:26 μ.μ.
7
Σχόλια
Σύνδεσμοι προς την ανάρτηση αυτή
Ετικέτες:
Έλληνες πεζογράφοι,
Έλληνες στιχουργοί,
Έλληνες συνθέτες,
Αθήνα,
Αλεξίου Χάρις,
Γαλάνη Δήμητρα,
Γκούφας Βαγγέλης,
Ελληνικό τραγούδι,
Θέμελης Νίκος,
Θήβα,
Λαϊκό τραγούδι,
Μοσχολιού Βίκη,
Μουσική,
Ξαρχάκος Σταύρος,
Πεζογραφία
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)